Παναγιωτόπουλος Γιώργος

Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πατρών 

Διανύουμε ήδη τον δεύτερο χρόνο περιορισμών και απαγορεύσεων για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Σιγά σιγά αποκαλύπτεται η ανεπάρκεια μιας πολιτικής που πλέον ακολουθεί την εξέλιξη της πανδημίας ανήμπορη να διαχειριστεί την διασπορά στην κοινότητα και ανίκανη να προβεί σε αναπλαισίωση του αποτυχημένου σχεδιασμού που το μόνο που περιείχε ήταν επικοινωνιακά παραισθησιογόνα για μαζική χρήση. 

Χρειάστηκε ένας χρόνος για να καταρρεύσει το αφήγημα της επιτυχούς διαχείρισης της πανδημίας. Ένας χρόνος που συσσώρευσε πλειάδα καταστροφικών συνεπειών, οριζόντια, στην ελληνική κοινωνία. 

Μια διεισδυτική ματιά και ψύχραιμη ανάγνωση αυτής της περιόδου, εύκολα θα οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι, η αρχή της διαχείρισης της κρίσης παρόλη την αμηχανία και τον αιφνιδιασμό, ήταν σχετικά επιτυχημένη λόγω του φόβου που γεννήθηκε από τις τραγικές εικόνες της γειτονικής Ιταλίας και εξ αυτού του λόγου, οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις, ταυτίστηκαν με την στάση και συμπεριφορά, ατομικής ευθύνης από τους πολίτες.  

Η πολυδιαφημιζόμενη επιτυχία τελείωσε κάπου στα μέσα Ιουνίου του 2020. Η συνέχεια γνωστή. Ανοικτά σύνορα χωρίς υγειονομικά πρωτόκολλα ελέγχου, μηνύματα εφησυχασμού, ελάχιστες έως ανύπαρκτες ενέργειες προετοιμασίας για το επόμενο κύμα της πανδημίας με αγνόηση των προειδοποιήσεων των επιστημόνων και διατήρηση στην καθημερινή επικοινωνιακή πολιτική του πλασματικού success story. 

Η πανδημία επιστρέφει τον Φθινόπωρο του 2020 έχοντας χαθεί ανεπιστρεπτί κρίσιμος χρόνος για επιχειρησιακή ετοιμότητα της πολιτείας. 

Νοσοκομεία και υγειονομικό προσωπικό, ξεπερνούν τα όρια διαχείρισης και αντοχής, έναντι του νέου κύματος της πανδημίας. Η πολιτική του «ακορντεόν» που επιλέχθηκε σε πρώτη φάση, τεκμηριώνει την ύπαρξη ελλείματος στρατηγικής και επιδεινώνει όλους τους δείκτες κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Πάνω απ΄ όλα όμως, θέτει την πανδημία κυρίαρχη και την πολιτεία, ακολούθημα των συνεπειών της. 

Αποσπασματικές κινήσεις , ως στοιχειώδη αντίδραση, για την μεγαλύτερη κρίση της χώρας μεταπολεμικά, δεν μπορούν να γεφυρώσουν την ευθύνη του κράτους με την αναγκαιότητα της συγκυρίας. 

10000 νεκροί, σε άγνωστο αριθμό κρουσμάτων, χωρίς σχεδιασμό τυχαιοποιημένων ή αντιπροσωπευτικών δειγματοληψιών – επίσημα 331.730 - δείχνει την τραγικότητα της συνθήκης. 

Οι ειδικοί επιστήμονες διαρκώς εστιάζουν, μεταξύ άλλων, στο αυτονόητο. Στην ενίσχυση και αναβάθμιση της πρωτοβάθμιας περίθαλψης, ως κυματοθραύστης της δυναμικής της πανδημίας, ως μηχανισμού εφαρμογής ενεργειών παρακολούθησης για πρόληψη και ως φίλτρο περιορισμού της ακραίας πίεσης των νοσοκομείων.  

 Όμως κανείς δεν άκουσε και κανείς από την πολιτεία δεν αναγνώρισε την, πρωτεύουσας σημασίας, ανάγκη. 

Η ευκαιρία για την ενίσχυση πρωτοβάθμιας περίθαλψης, της «προμετωπίδας» του ΕΣΥ, μάλλον χάθηκε από έλλειψη εθνικής στρατηγικής και βούλησης, αφήνοντας να παραπαίει το δίκτυο που θα διαμόρφωνε τους όρους και τις προϋποθέσεις για υγειονομική ασφάλεια και προστασία. 

Περίπου 4,5 δις ευρώ το μηνιαίο κόστος του lockdown. Περίπου 4 δις ευρώ, είναι οι ανάγκες για λειτουργική αναβάθμιση των Κέντρων Υγείας, των κάθε μορφής Τοπικών Μονάδων Υγείας και των περιφερειακών ιατρείων της χώρας.

Δύο ερωτήματα για το τέλος αυτής της δημόσιας παρέμβασης που μπορούν να γεννήσουν προβληματισμούς.

Σε τι κατάσταση βρήκε την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας το ξέσπασμα της πανδημίας στη χώρα μας;  

Σε τι κατάσταση είναι σήμερα η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας ; 

Η απάντηση εύκολη ακόμα και σε μη ειδικούς. 

Υπάρχει πάντα χρόνος να αλλάξουμε την εξέλιξη προς όφελος της κοινωνίας. Αρκεί να αναπροσανατολίσουμε το ενδιαφέρον μας ως πολιτεία, από την ανεξέλεγκτη χρηματοδότηση της επικοινωνίας, στην στοχευμένη και βιώσιμη χρηματοδότηση του δημόσιου συστήματος υγείας. Δηλαδή στην αληθινή ανάγκη.  

Για το Νομό μας βέβαια, όλα γνωστά και όλα «καλώς καμωμένα» για τους υπευθύνους.