Υπέρ της μετατροπής των δύο σχολείων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στον Πύργο σε πειραματικά σχολεία τάχθηκε σε δήλωσή του ο διευθυντής Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Νίκος Κλάδης, καθώς αυτό που ο ίδιος πιστεύει είναι ότι αυτό το οποίο προέχει σε κάθε περίπτωση είναι το όφελος των ίδιων των μαθητών.

«Θεωρώ ότι είναι μία απόφαση τομή για τα εκπαιδευτικά πράγματα του τόπου μας, η οποία ευελπιστώ ότι θα αφήσει ένα θετικό αποτύπωμα από δω και στο εξής στην πορεία την εκπαιδευτική των μαθητών.

Τα Πειραματικά Σχολεία δεν αποτελούν νέα εκπαιδευτική οντότητα σε όλη τη χώρα και γι αυτό θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά ελπιδοφόρο ότι η πόλη του Πύργου και ο νομός Ηλείας εντάσσονται στο εθνικό δίκτυο των σχολείων που έχουν χαρακτηριστεί ως Πειραματικά»

«Θεώρησα χρέος μου να προσφέρω στους μαθητές του Νομού Ηλείας την δυνατότητα να φοιτήσουν σε Πειραματικά Σχολεία όπως συμβαίνει σε πολλά σχολεία της χώρας. Επειδή έχουν αναφερθεί κάποιοι στην διαδικασία που ακολουθήθηκε, μιας και από τις ίδιες της σχολικές μονάδες δεν υπήρξε ανάλογο ενδιαφέρον, θα ήθελα να τονίσω ότι στα πλαίσια των καθηκόντων του διευθυντή εκπαίδευσης είναι και οι προτάσεις για την εισαγωγή καινοτομιών, ανέφερε μεταξύ άλλων ο διευθυντής πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ηλείας.

Ως ένθερμος υποστηρικτής της ιδέας αυτής,  τόνισε: «Υπό αυτή την έννοια λοιπόν, η δική μου η θέση όσον αφορά στο ερώτημα εάν έπρεπε ή όχι να προτείνω τη μετατροπή μονάδων σε πειραματικά σχολεία, είναι ξεκάθαρη. Θεωρώ ότι η απόφαση μου ήταν εύκολη, με την έννοια ότι από τη μία μεριά της «ζυγαριάς» είχα την εκπαίδευση των νέων μαθητών και τους παιδαγωγικούς ορίζοντες που ανοίγονται και από την άλλη μεριά της «ζυγαριάς» είχαμε ένα συμβιβασμό στη στασιμότητα με ασθενή οπτική απέναντι στα εκπαιδευτικά πράγματα, όπως εκφράζεται από μερικές κατευθύνσεις. Η άσκηση της διοίκησης πρέπει να διακρίνεται και από μία παιδαγωγική οπτική. Πεποίθηση μου είναι ότι στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα δεν μπορούμε και δεν πρέπει να προσεγγίζουμε, την εκπαίδευση με όρους με φρασεολογία και με οπτική περασμένων δεκαετιών όπως του ‘80 ή του ‘90»

Ενώ ο κ. Κλαδης αναφερόμενος στα οφέλη των σχολείων αυτών αλλά και στις δραστηριότητες που αναπτύσσονται, επισήμανε: «Τα πειραματικά σχολεία, είναι σχολεία στα οποία θα αναπτυχθούν ερευνητικές δραστηριότητες, όπως αυτές προβλέπονται στα αναλυτικά προγράμματα σπουδών ενώ θα αναπτυχθούν και νέες εκπαιδευτικές μέθοδοι, με εκπαιδευτικό υλικό. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι εκπαιδευτικές αυτές πρακτικές, αναμένεται να διαχυθούν όχι μόνο στην εκπαιδευτική κοινότητα του ίδιου του σχολείου αλλά και ευρύτερα των σχολείων και των μαθητών της περιοχής. Θεωρώ ότι θα ωφεληθούν όχι μόνο οι μαθητές των συγκεκριμένων σχολείων, του 3ου νηπιαγωγείου και του 1ου δημοτικού σχολείου, αλλά γενικότερα οι μαθητές των σχολείων που θα συνεργαστούν αρμονικά.

Πιστεύω ότι είναι προς όφελος των μαθητών καθώς οι περισσότεροι μαθητές της περιοχής μας δεν είναι μαθητές εύπορων στρωμάτων. Συμπερασματικά πιστεύω ότι η λειτουργία των πειραματικών ήταν μία σημαντική ευκαιρία. Κατανοώ τους προβληματισμούς που εγείρονται από διάφορες πλευρές. Πιστεύω ότι εκείνο το οποίο θα πρέπει να προτάξουμε συνολικά ως κοινωνία, εκπαιδευτικοί και γονείς, είναι το συμφέρον των μαθητών,προσαρμοζόμενοι στα νέα δεδομένα τα οποία δεν μπορεί να είναι άλλα από την ουσιαστική αναβάθμιση του παρεχόμενου του εκπαιδευτικού έργου. Είμαστε εδώ και αντιλαμβανόμαστε ότι η παρουσία μας εδώ είναι για να προσφέρουμε τα βέλτιστα και όχι τα ήδιστα. Πιστεύω ακράδαντα ότι η πρόταση μου αυτή και εν τέλει ο χαρακτηρισμός των συγκεκριμένων σχολικών μονάδων ως πειραματικά σχολεία θα συμβάλει αποτελεσματικά δίνοντας εφόδια στους μαθητές μας, που αυτός θα είναι ο στόχος. Τα σχολεία ανήκουν στους μαθητές και πρέπει να υπηρετούμε τις ανάγκες τους με κάθε τρόπο» 

Τέλος ο κ. Κλάδης αναλύοντας το θέμα που προβληματίζει μεγάλη μερίδα εκπαιδευτικών , καθώς έχει να κάνει με τις οργανικές θέσεις τους, εξηγώντας αν επηρεάζονται από αυτή την εξέλιξη είπε χαρακτηριστικά: «Μία από τις σημαντικές αλλαγές που επιφέρει, ο χαρακτηρισμός μίας σχολικής μονάδας ως πειραματικό σχολείο έχει να κάνει με την οργανικότητα των θέσεων των εκπαιδευτικών. Οι εκπαιδευτικοί σε αυτά τα σχολεία παύουν να είναι οργανικά τοποθετημένοι και υπηρετούν με θητεία. 

Ωστόσο όποιος από τους εκπαιδευτικούς αυτούς θελήσει να μείνει στο σχολείο θα παραμείνει καθώς αυτό προβλέπεται από το Νόμο που ήδη βρίσκεται σε ισχύ. Θα υπάρξει μία δοκιμαστική περίοδο δύο ετών για τους εκπαιδευτικούς και μετά εάν επιθυμούν να συνεχίσουν θα αξιολογηθούν επί τη βάση της αποτελεσματικότητας του εκπαιδευτικού τους έργου. Θα προσφερθούν νέες οργανικές θέσεις στους εκπαιδευτικούς που υπηρετούν σε αυτά τα σχολεία. Αντιλαμβάνομαι την δυσκολία μέσα από την οποία καλούνται οι συνάδελφοι να αντιμετωπίσουν τις αλλαγές όμως τα σχολεία δεν ανήκουν σε κανένα εκπαιδευτικό, ανήκουν στους μαθητές και υπηρετούμε τις ανάγκες και τις προτεραιότητες τους».