Αντίο Άγγελε Αντωνόπουλε: Μας αποχαιρετάς πλήρης και ευδαίμων- Η σχέση του μεγάλου ηθοποιού με την Ηλεία

Αντίο Άγγελε Αντωνόπουλε: Μας αποχαιρετάς πλήρης και ευδαίμων- Η σχέση του μεγάλου ηθοποιού με την Ηλεία

«Είναι μεγάλη ικανοποίηση όταν δικαιώνεται η επιλογή σου όσον αφορά την πορεία που έχεις διαγράψει. Κι όταν δικαιώνεται η επιλογή σου, σημαίνει ότι φτάνεις κάπου, όπου αποχαιρετάς αυτό το ταξίδι πλήρης, ευδαίμων! Κι αυτό έχει σημασία».

Ο Άγγελος Αντωνόπουλος υπήρξε ένας από τους σπουδαίους ηθοποιούς και μια από τις πιο ευγενικές φυσιογνωμίες του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου που εκτός από το ταλέντο, διακρίθηκε επίσης για την επιβλητική του παρουσία και την έντονη εκφραστικότητα του.

Ο Άγγελος Αντωνόπουλος υπηρέτησε με συνέπεια το δραματικό ρεπερτόριο τόσο στο θέατρο, όσο και στον κινηματογράφο, παίζοντας δίπλα σε σπουδαίους πρωταγωνιστές

Γεννημένος στις 16 Ιανουρίου του 1932 στον Πειραιά, σπούδασε στη σχολή του Κάρολου Κουν, από την οποία αποφοίτησε το 1963.

Η πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο ήταν το 1961, στο έργο «Η άνοδος του Αρθούρου Ούι» του Μπρεχτ. Τη δεκαετία του ΄70 συνεργάστηκε επιτυχώς με πολλούς θεατρικούς θιάσους. Έχει λάβει μέρος σε πολλές παραστάσεις, κυριότερες των οποίων οι «Ερωτας των τεσσάρων συνταγματαρχών» του Ουστίνοφ, «Ο Γλάρος» του Τσέχωφ, «Τοβάριτς» του Ζακ ντε Βαλ, και «Ιούλιος Καίσαρ» του Σαίξπηρ.

 

 

Υπήρξε για 35 χρόνια και δάσκαλος στην Σχολή Θεοδοσιάδη και στο Ωδείο Αθηνών, μια δουλειά που αγάπησε πολύ.

Στον κινηματογράφο έκανε το ντεμπούτο του το 1964, στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Ένας Μεγάλος Έρωτας» σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου. Ακολούθησε μία επιτυχημένη συνεργασία με τον Φίνο με απολογισμό 16 ταινίες, όλες δράματα, με εξαίρεση το «Δεσποινίς Διευθυντής».

Οι περισσότερες από αυτές σημείωσαν μεγάλη εμπορική επιτυχία όπως: «Η Δασκάλα με τα Ξανθά Μαλλιά», «Ορατότης Μηδέν», «Παπαφλέσσας», «Οι Γενναίοι Πεθαίνουν Δυο Φορές», «Οι Σφαίρες δεν Γυρίζουν Πίσω» κ.α.

 

 

Συνολικά έπαιξε σε 47 ελληνικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, και οι συμμετοχές του, ακόμα και σε δεύτερους ρόλους ήταν πάντα ουσιαστικές.

Το ντεμπούτο του στην τηλεόραση έγινε με την ιδιαίτερα δημοφιλή σειρά «Ο Άγνωστος Πόλεμος» του Νίκου Φώσκολου, όπου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, και συνέβαλε στην μεγάλη απήχηση της σειράς. Άλλες γνωστές σειρές στις οποίες είχε σημαντικούς ρόλους, είναι οι «Πανθέοι» και «Τα παιδιά της Νιόβης».

 

 

Επίσης, είχε εκδώσει τα μυθιστορήματα «Οι Επιβάτες του Φεγγαριού» και «Μη Μιλάς Πατέρα, έχεις Πεθάνει», καθώς και μία ποιητική συλλογή «Αφύλαχτη Διάβαση».

Ο Άγγελος Αντωνόπουλος πέθανε σε ηλικία 94 ετών. Η είδηση του θανάτου δεν έγινε γνωστή παρά λίγη ώρα μετά την κηδεία του.

Την τελευταία του πνοή άφησε σε ηλικία 94 ετών ο Ηλείος ηθοποιός Άγγελος Αντωνόπουλος
«Έφυγε» ο «Συνταγματάρχης Βαρτάνης», του «Άγνωστου Πόλεμου».
Ένας υπέροχος ηθοποιός και ένας άνθρωπος με ήθος.
Μεγάλωσε στην Αρχαία Ολυμπία.
Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης «Κάρολος Κουν». Για πολλά χρόνια υπήρξε και ο ίδιος δάσκαλος υποκριτικής.
Από το 1962 και για μία δεκαετία συμμετείχε σε μεγάλους θιάσους. Συνεργάστηκε με όλες τις σημαντικές πρωταγωνίστριες και πρωταγωνιστές του ελληνικού θεάτρου, σε όλα τα θεατρικά είδη.
Στον κινηματογράφο έκανε το ντεμπούτο του με τις ταινίες «Η Εκδρομή» και «Παρένθεση» του Τάκη Κανελλόπουλου.
Στην τηλεόραση έκανε το ντεμπούτο του το 1971, συμμετέχοντας στη σειρά «Άγνωστος Πόλεμος» του Νίκου Φώσκολου. Ακολούθησαν σειρές όπως «Οι Πανθέοι», «Το φως του Αυγερινού», «Μαντάμ Σουσού», «Ουράνιο Τόξο», «Οικογένεια – Οικογένεια Καζίνο», «Συμφωνία Σιωπής» και «Πρόβα νυφικού». Τελευταία του τηλεοπτική εμφάνιση υπήρξε στη σειρά «Τα Παιδιά της Νιόβης» το 2004.
Παράλληλα, υπήρξε για πολλά χρόνια δάσκαλος σε δραματικές σχολές, ενώ συνεργάστηκε με σημαντικές προσωπικότητες του θεάτρου, όπως ο Αλέξης Μινωτής, η Κατίνα Παξινού, η Βέρα Ζαβιτσιάνου, ο Μάνος Κατράκης, ο Ερρίκος Ανδρέου και ο Βασίλης Γεωργιάδης. Το 2007 ενσάρκωσε τον ρόλο του Καρλ Μαρξ στο θέατρο.

Ο ίδιος αναφέρει:

Ο παππούς μου είχε ένα μαγέρικο στην Ολυμπία, όπου έτρωγαν οι σιδηροδρομικοί και οι αρχαιολόγοι. Ο παππούς της μητέρας μου, την ημέρα που γεννήθηκε, κέρασε από τη χαρά του όλο το ταβερνείο και τότε ένας αρχαιολόγος είπε: “Θα τη βαφτίσω εγώ!…” Ήρθε στη βάπτιση από τις Μυκήνες και της έδωσε το όνομα Μυκήνα. Ήταν ο Ερρίκος Σλήμαν.
Ήμουν πολύ δεμένος με τη μάνα μου. Έχασα τον πατέρα μου όταν ήμουν δύο ετών. Μεγάλωσα με μια γυναίκα μαυροφορεμένη, μ’ ένα τσεμπέρι στο κεφάλι, αλλά με πλεόνασμα ψυχής. Έφερε κοντά μου όλα εκείνα τα στοιχεία που δημιουργούν τη συγκίνηση της ζωής. Προερχόταν από τον κόπο, από τα βάσανα, από την ταλαιπωρία.
Σύντομα φύγαμε από τον Πειραιά και πήγαμε στην Αρχαία Ολυμπία.
Η ζωή στο χωριό ήταν ευλογία Θεού. Είχαμε σταφίδα, μερικές κότες, όταν βρίσκαμε καλαμπόκι φτιάχναμε ψωμί. Εκεί δεν πεινάσαμε. Δεν ζήσαμε τη μεγάλη συμφορά των πόλεων, που μάζευε το κάρο της δημαρχίας από τους δρόμους τους ανθρώπους.
Σε αυτή τη μάνα χρωστώ τα πάντα. Όπως και στους δασκάλους μου. Είχα πολύ ωραίους δασκάλους στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο. Στην τάξη μαζευόμαστε περίπου ενενήντα παιδιά κάθε πρωί, γιατί έρχονταν και από τα γύρω χωριά.
Από τότε έγραφα ποιήματα. Δημοσιεύτηκε, μάλιστα, ένα στην ”Αυγή” του Πύργου, μία σημαντική εφημερίδα, από τον Τάκη Δόξα, στη στήλη ”Νέοι Ποιητές”. Ένιωσα συγκίνηση και ταραχή, αλλά μαζί και ευθύνη.
Μεγάλωσα στην Αρχαία Ολυμπία και είναι σαν να μην έφυγα ποτέ. Τα όνειρά μου είναι στον Αλφειό και κάνω μπάνιο. Ή πάω στο Γυμνάσιο, ή στο σταθμό του τρένου, που ήταν τα αγαπημένα μου μέρη. Εκεί βλέπω τα όνειρά μου τόσα χρόνια.
Ανεβάσαμε σαν παιδιά ένα θεατρικό έργο πάνω σε μια ταράτσα, έγινε χαμός, μαζεύτηκαν όλοι και ήταν αρκετό για να μπει το μικρόβιο.
Έμενα πολλές φορές σε μια θεία μου, στην πλατεία Ηφαίστου, στον Πύργο.
Μετά από χρόνια μετακομίσαμε στον Πειραιά.
Ένα βράδυ αποφάσισα να πάω στο Εθνικό Θέατρο να δω τον ”Θείο Βάνια”σε σκηνοθεσία του Καρόλου Κουν. Κατέβηκα στο Υπόγειο και βρήκα τον Κουν.
-Θέλω να γίνω ηθοποιός, του είπα.
-Ελάτε αύριο, μου είπε.
Την επόμενη μέρα κάθισα στη μέση της σκηνής και απήγγειλα την ”Ιθάκη”.
Μου πρότεινε να πάω στη σχολή.
”Τί πάει να πει Θέατρο;
Τί πάει να πει ηθοποιός;
Πού πας παιδάκι μου;”
Έτσι μου έλεγε η μάνα μου.
Ήρθαν τα πρώτα μεροκάματα. Άρχισε να βράζει το τσουκάλι και ν’ αλλάζει η ζωή μας. Από εκεί που περνούσαμε μια δύσκολη καθημερινότητα, βρεθήκαμε σ’ ένα νέο σπίτι.

Θέλαμε να βάλουμε τηλέφωνο αλλά δεν είχαμε χρήματα. Πήρα ένα ρόλο σε μια ταινία. Το τηλέφωνο κόστιζε 2.000 δραχμές και για το φιλμ πήρα 20.000 δραχμές. Η μητέρα μου τα έχασε. Δε μπορούσε να πιστέψει ότι πήρα τόσα χρήματα για να παίξω ένα ρόλο…”

Related post

Απεργία και μπλόκο στους ελέγχους της εφορίας τον Αύγουστο

Απεργία και μπλόκο στους ελέγχους της εφορίας τον Αύγουστο

Απεργία και μπλόκο στους ελέγχους της εφορίας τον Αύγουστο   Απεργία και μπλόκο στους ελέγχους της εφορίας τον Αύγουστο   Δεκαήμερη…
Επιμελητήριο Ηλείας: Για την ανάπτυξη της Δυτικής Ελλάδας

Επιμελητήριο Ηλείας: Για την ανάπτυξη της Δυτικής Ελλάδας

O Αναπλ. Τομεάρχης Υγείας της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης Γιώργος Μπουλμπασάκος,με τον Αναπλ. Τομεάρχη Οικονομικών Γιώργο Παππά, συναντήθηκαν με τον Πρόεδρο του…
Πάτρα: “Θρίλερ” στο Ρίο – Φέρι μποτ έσωσε τέσσερις κολυμβητές που… ξέφυγαν στη θάλασσα

Πάτρα: “Θρίλερ” στο Ρίο – Φέρι μποτ έσωσε τέσσερις…

  Αγωνία στη θαλάσσια περιοχή του Ρίου και σε πολύ μεγάλη απόσταση από την ακτή καθώς 4 άτομα είχαν απομακρυνθεί αρκετά…